Αυτό που είναι σίγουρο και αδιαμφισβήτητο είναι η ύπαρξη ενός ιχνηλάτη σκύλου, σαφώς διαφοροποιημένου από τους μέχρι τότε «Ελληνικούς» ιχνηλάτες, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν οι Κρητικοί, Λακωνικοί, Καρικοί κλπ.
Ο ιχνηλάτης αυτός είναι ένας «Κελτικός» Ιχνηλάτης, μια και από Κέλτες δημιουργήθηκε και η επιμέρους του ονομασία ήταν «Σεγούσιος», από τον συγκεκριμένο λαό που τον δημιούργησε. Ο Αρριανός, που πρωτοαναφέρει τα σκυλιά αυτά, σίγουρα ως κυνηγός είχε προσωπική άποψη.
Αν η ταχύτητα στην καταδίωξη συγκινεί για λίγες στιγμές που είναι ορατός ο λαγός στο «σήκωμα», το κλαφούνισμα των σκύλων είναι όλη η μαγεία του κυνηγιού
Οπως και σήμερα γίνεται μεταξύ των κυνηγών σε ταξίδια τους και επαφές με κυνηγούς άλλων περιοχών και κρατών, τα σκυλιά και τα κυνήγια είναι το αντικείμενο παθιασμένων συζητήσεων και περιγραφών. Οσοι έχουν την ευκαιρία, συμμετέχουν κιόλας σε κυνηγετικές εξορμήσεις και αποκτούν ίδια αντίληψη για τις ικανότητες των σκύλων, βλέποντας και ακούγοντάς τους στο κυνήγι.
Μπορούμε να τον φανταστούμε, ως σημαίνον πρόσωπο της εποχής και φίλο του αυτοκράτορα, να γνωρίζει τους σημαντικότερους από τους άρχοντες των Κελτών, να συμμετάσχει στα κυνήγια τους, να βλέπει τα σκυλιά τους επί το έργον και να τα κρίνει θετικά ή αρνητικά με βάση τις δικές του εμπειρίες από τα δικά του Καρικά σκυλιά. Οπως και σήμερα ο καθένας από εμάς θα διαμορφώσει τις εντυπώσεις του με μια άμεση και ουσιαστική καταγραφή ομοιοτήτων και διαφορών.
Πώς περιέγραψε λοιπόν ο Αρριανός, που διακρίνονταν για την αμεροληψία και την παραστατικότητα στα έργα του, τα Σεγούσια σκυλιά των Κελτών, μετά από τα όσα είδε και βίωσε κυνηγώντας;
Δασύτριχα & πονηρά

Το δασύτριχο και άγριο της περιγραφής είναι το πιο ασαφές. Μπορεί να είναι ένας ιχνηλάτης τύπου Γκριφόν μέχρι το δασύτριχο Ιταλικό Σεγκούτσι, Segugio pela forte
Δεν έχουν κάτι διαφορετικό ή ιδιαίτερο στην αναζήτηση ή στην καταδίωξη των θηραμάτων σε σχέση με τα Καρικά και Κρητικά σκυλιά , εκτός αν θέλει κάποιος να ασχοληθεί με την μορφή τους, Είναι δασύτριχα και πονηρά στην όψη «εισίν δασείαι και πονηραί ιδείν»..
Δεν είναι λιγότερο έξυπνα από τα Καρικά, αλλά στη μορφή τους είναι άσχημα και άγρια, «την δε ιδέαν ανιαρόν και θηριώδες».
Ούτε είναι κατώτερα των Κρητικών και Καρικών στην αναζήτηση και στην καταδίωξη, παρά μόνο διαφέρουν κάπως στην ταχύτητα, «Ούτε των Καρικών φαυλότερα εισίν ούτε των Κρητικών, ότι μη κατά την ωκύτητα..»
Είναι καταπληκτική η περιγραφή της ομοιότητας αλλά και των διαφορών που κάνει ο κυνηγός Αρριανός και το γεγονός ότι όλα αυτά τα είδε και τα έζησε ο ίδιος, φαίνεται στα επόμενα σημεία, όπου περιγράφει τη σημαντικότερη εντύπωση αλλά και απόλαυση ενός λαγοκυνηγού. Το κλαφούνισμα.
Αν η ταχύτητα στην καταδίωξη συγκινεί για λίγες στιγμές που είναι ορατός ο λαγός στο «σήκωμα», το κλαφούνισμα των σκύλων είναι όλη η μαγεία του κυνηγιού. Για τους σημερινούς ιχνηλάτες δεν είναι μόνο ένα στοιχείο διαχωρισμού των φυλών, αλλά είναι αυτό που «δένει» ακουστικά τους κυνηγούς με τη συγκεκριμένη ράτσα. Οι πραγματικοί λαγοκυνηγοί ζουν το κυνήγι για να ακούσουν τα σκυλιά τους στην αναζήτηση και στην καταδίωξη, σε μια υπέροχη «συναυλία».
Σαν να λυπούνται
Η κραυγή τους, γράφει ο Αρριανός, κατά την ανίχνευση είναι γοερή και αξιολύπητη. Δεν γαβγίζουν θυμωμένα εναντίον του θηράματος, αλλά σαν να λυπούνται και να ικετεύουν.!!! «φωνή αυταίς γοερά τε και ελεεινή εστίν». Πολύ πετυχημένα τα παρομοίωσε, κάποιος από τους Κέλτες, με τους ζητιάνους που επαιτούν στους δρόμους, «ευδοκιμεί εν Κελτοίς ο απεικάσας αυτάς τοις οδούς πτωχεύουσιν».
Αν τα προηγούμενα σημεία των διαφορών είναι κάπως γενικά, παρόλο που είναι ουσιαστικά, γιατί εμπεριέχουν και κάποια υποκειμενικότητα ως προς την έννοια της ομορφιάς, αγριάδας, πονηριάς της όψης, ταχύτητας κλπ. η περιγραφή αυτή είναι το πιο χαρακτηριστικό σημάδι, που διαφοροποιεί μέχρι και σήμερα τις ράτσες των ιχνηλατών.
Ολοι οι λαγοκυνηγοί που διαβάζουν τις φράσεις του Αρριανού, μπορούν να κάνουν την ίδια σύγκριση για τα δικά τους σκυλιά και να διαπιστώσουν αν έχουν τον ίδιο τύπο γαβγίσματος στον ντορό ή όχι.
Ενα ακόμη χαρακτηριστικό γνώρισμα που επεσήμανε ο Αρριανός αφορούσε και πάλι την ιχνηλασία, όπου ενώ αναγνωρίζει ότι ακολουθούν και αυτά τα ίχνη όπως και τα Καρικά, καταλαμβανονται με περισσότερη μανία όταν αντιληφθούν ίχνη θηράματος, και το σημαντικό είναι ότι παθιάζονται ακόμη και από παλιά ίχνη, «και επί εώλοις υπερλαμπρύνονται»
Καταγράφοντας συνοπτικά τις παρατηρήσεις αυτές, μπορούμε να καταλήξουμε στα χαρακτηριστικά του «Κελτικού» Ιχνηλάτη, ο οποίος είχε διαμορφωθεί από διασταυρώσεις των «Μεσογειακών» Ιχνηλατών, όπως ο Ελληνικός, ο Αιγυπτιακός κλπ. με τα σκυλιά της Βόρειας Ευρώπης
Είναι πιο δασύτριχος, άγριος και πονηρός, άσχημος στην όψη, με μικρότερη ταχύτητα από τον Ελληνικό. Ιχνηλατεί πιο μανιασμένα και μπορεί να ακολουθήσει ακόμη και πολύ παλιά ίχνη και το γάβγισμά του είναι ένας λυπητερός θρήνος.
Αν και η περιγραφή είναι παραστατική, δεν έχουμε εικόνες του σκυλιού αυτού και κάθε προσπάθεια να το «ζωγραφίσουμε» σήμερα, αναγκαστικά θα μας οδηγήσει να ακολουθήσουμε τις σημερινές ράτσες των σκυλιών, που κατάγονται από την περιοχή αυτή, ως πρότυπα αναφοράς.
Τα χαρακτηριστικά αυτά τα έχουν, όχι στο σύνολο τους, αλλά επιμέρους,πολλοί ιχνηλάτες που κατάγονται από την περιοχή των Αλπεων και επεκτάθηκαν σε όλες τις χώρες γύρω από τις Αλπεις. Είναι λοιπόν μια «χίμαιρα» ο Κελτικός Ιχνηλάτης του Αρριανού;
Είναι προφανές ότι ο σκύλος αυτός υπήρξε και ο Αρριανός τον είδε και τον άκουσε στο κυνήγι του λαγού. Ομως από την εποχή του, πέρασαν σχεδόν 700 χρόνια, πριν αρχίσουν κάποιοι να σταθεροποιούν τα χαρακτηριστικά μιας ράτσας ιχνηλατών (Σεντ Ιμπέρ) και να επιδιώκουν μια σταθερή μορφολογία.
Στους αιώνες αυτούς, είχαμε πολλές επιμειξίες και διασταυρώσεις. Ετσι σε πολλούς ιχνηλάτες μπορούμε να διαβάσουμε τα χαρακτηριστικά ενός Σεγούσιου.
Το δασύτριχο και άγριο της περιγραφής είναι το πιο ασαφές. Μπορεί να είναι ένας ιχνηλάτης τύπου Γκριφόν μέχρι το δασύτριχο Ιταλικό Σεγκούτσι, Segugio pela forte.
Ο Ιχνηλάτης Σεντ Ιμπέρ δεν φημίζεται για την ομορφιά με το ρυτιδωμένο του πρόσωπο, είναι σχετικά αργός, ακολουθεί παλιά ίχνη και μάλιστα αποτελεί πρότυπο για αστυνομικά σκυλιά που μπορούν να ανακαλύψουν ανθρώπινα ίχνη μετά από μέρες.
Τα Ελβετικά Γιούρα και τα Γαλλικά της Γασκώνης έχουν το λυπητερό και ελεεινό γάβγισμα του Σεγούσιου, όπως το περιγράφει ο Αρριανος, κάτι που δεν ισχύει για τα Σεγκούτσι, και έχουν στην καταγωγή τους αίματα και επιρροές από τα Σεντ Ιμπέρ.
Σε «κρύο ντορό»
Παρόλο που ονοματολογικά το δασύτριχο Ιταλικό Σεγκούτσι θα μπορούσε να είναι ο Κελτικός Σεγούσιος, τα περισσότερα στοιχεία δείχνουν ότι ένας ιχνηλάτης που περιλαμβάνει τα χαρακτηριστικά των Γιούρα λόγω φωνής και Σεντ Ιμπέρ λόγω μορφολογικών στοιχείων και ιχνηλασίας σε «κρύο ντορό», είναι ο άγνωστος ιχνηλάτης μας.
Ο ιχνηλάτης αυτός, ο Σεγούσιος του Αρριανού, αποτέλεσε τον πυρήνα από τον οποίο προέκυψαν οι μεταγενέστερες φυλές των Γαλλοελβετικών ιχνηλατών. Σε κάθε διασταύρωση είναι προφανές ότι χάνονταν και κάποια από τα χαρακτηριστικά του, όμως ακόμη και σήμερα μπορούμε να διαβάσουμε τις περιγραφές του Αρριανού στα κυνολογικά πρότυπα που χαρακτηρίζουν τους Γαλλικούς Ιχνηλάτες.
Κέφαλος και Λαίλαπα
Ο βασιλιάς της Θήβας, Κρέων, κάθαρε τον Αμφιτρύωνα από τον φόνο του Ηλεκτρύωνα. Η Αλκμήνη όμως εκεί, αρνήθηκε να παντρευτεί επίσημα τον Αμφιτρύωνα, έως ότου αυτός πάρει εκδίκηση για τα αδέλφια της που
σκοτώθηκαν κατά τη συμπλοκή με τους Ταφίους.
Ο Αμφιτρύων ζήτησε τη στρατιωτική ενίσχυση του Κρέοντα και των Θηβαίων για να εκστρατεύσει εναντίον τους. Ο Κρέων υποσχέθηκε να τον βοηθήσει αν κατάφερνε να σώσει τη Θήβα από μια αλεπού που έκανε επιθέσεις και καταστροφές στη γη τους και την οποία είχε στείλει ο Διόνυσος για να τιμωρήσει τους Θηβαίους επειδή δεν αποδέχονταν τη λατρεία του. Ο Αμφιτρύων δεν μπορούσε να την πιάσει και έτσι αποφάσισε να πάει στην Αθήνα και να ζητήσει βοήθεια από τον Κέφαλο, γιο του Δηιόνα, γιου του Αιόλου, και του υποσχέθηκε να μοιραστούν το νησί των Ταφίων, στο οποίο θα πήγαιναν αφού έπιαναν την αλεπού. Η σύζυγος του Κέφαλου, η Πρόκρις, κόρη του Ερεχθέα, είχε πάρει δώρο από τον Μίνωα της Κρήτης τη σκύλα Λαίλαπα, η οποία ήταν το καταλληλότερο σκυλί για το κυνήγι της καταστροφικής αλεπούς.
Από τον Θωμά Μπατσέλα
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ: ΜAURIZIO BONORA
Πηγή : ΕΘΝΟΣ-ΚΥΝΗΓΙ
Category: